Έμβλημα Κυπριακής Δημοκρατίας

Αποστολή

Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού (στο εξής «ΕΠΑ») έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα για τη διατήρηση του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού σε όλους τους τομείς δράσης της οικονομίας, με σκοπό την οικονομική ανάπτυξη και πρόοδο, αλλά και την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών.

Ειδικότερα, ο περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμος του 2022 σε συνάρτηση με τον περί Ελέγχου των Συγκεντρώσεων Επιχειρήσεων Νόμο του 2014 θέτουν το πλαίσιο των κανόνων και αρχών που στόχο έχουν την εξασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού εντός της κυπριακής αγοράς. Επίσης, επιφορτίζουν την ΕΠΑ με την υποχρέωση εκπλήρωσης του στόχου αυτού, που δημιουργεί τις συνθήκες και προϋποθέσεις ώστε να προσφέρονται στον καταναλωτή αγαθά και υπηρεσίες σε καλύτερες τιμές, καλύτερη ποιότητα και εξυπηρέτηση. Ταυτόχρονα, επιτυγχάνεται η αύξηση της αποτελεσματικότητας, της παραγωγικότητας και των επενδύσεων των επιχειρήσεων καθώς και η δημιουργία ενός κλίματος ευνοϊκού προς την έρευνα, την καινοτομία, την τεχνολογική πρόοδο και την ανάπτυξη της οικονομίας και της κοινωνικής ευημερίας εν γένει.

Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού συστάθηκε το 1990 με τη θέσπιση του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμο του 1989 (Νόμος αρ. 207(Ι)/89. Ο εν λόγω νόμος καταργήθηκε με την εφαρμογή του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2008 (Νόμος αριθμός 13(Ι)/2008), ο οποίος ακολούθως τροποποιήθηκε με τον περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού (Τροποποιητικός) Νόμο του 2014 (Νόμο αρ. 41(Ι)/2014). Από τις 23 Φεβρουαρίου 2022, τέθηκε σε ισχύ ο νέος περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμος του 2022 (Νόμος αρ. 13(Ι)/2022) καταργώντας τους προηγούμενους.

Οι περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμος του 2022, μεταξύ άλλων, καθορίζει την Επιτροπή ως την ανεξάρτητη αρμόδια αρχή ανταγωνισμού της Δημοκρατίας.

Όσο αφορά τον έλεγχο και την καταστολή περιοριστικών του ανταγωνισμού συμπράξεων και πράξεων σε εθνικό επίπεδο, η Επιτροπή εφαρμόζει τα άρθρα 3 και 6 του Νόμου του 2022. Το άρθρο 3 απαγορεύει τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της Δημοκρατίας. Το άρθρο 6(1) απαγορεύει την καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης, που κατέχει ή κατέχουν στο σύνολο ή μέρος της εγχώριας αγοράς ενός προϊόντος. Το άρθρο 6(2) απαγορεύει την καταχρηστική εκμετάλλευση, από μια ή περισσότερες επιχειρήσεις της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτή ή αυτές μια επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη, προμηθευτή, παραγωγού, αντιπροσώπου, διανομέα ή εμπορικού συνεργάτη τους, ακόμα και ως προς ένα ορισμένο είδος αγαθών ή υπηρεσιών, και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση.

Επιπλέον, το ενωσιακό δίκαιο του ανταγωνισμού και ιδιαίτερα ο Κανονισμός (ΕΕ) αρ. 1/2003, αναθέτει την αρμοδιότητα στην Επιτροπή να εφαρμόζει και τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Η Επιτροπή δυνάμει των διατάξεων του Νόμου, έχει την αρμοδιότητα:

(α) Να αποφασίζει, κατόπιν δέουσας έρευνας, αναφορικά με παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 3 και/ή 6, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν καταγγελίας

(β) να αποφασίζει αν οι προβλεπόμενες στο εδάφιο (1) του άρθρου 3 παράνομες συμπράξεις, πληρούν τις προϋποθέσεις των διατάξεων του εδάφιου (1) του άρθρου 4·

(γ) να αποφασίζει αν σύμπραξη, αναφορικά με την οποία γίνεται επίκληση Διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 5, εμπίπτει σε κατηγορία συμπράξεων για την οποία το εν λόγω Διάταγμα κηρύσσει ανεφάρμοστες τις διατάξεις του άρθρου 3·

(δ) να αποφασίζει αν σύμπραξη, αναφορικά με την οποία γίνεται επίκληση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 5, εμπίπτει στην κατηγορία συμπράξεων την οποία ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός ρυθμίζει στα πλαίσια του ενωσιακού δικαίου του ανταγωνισμού·

(ε) να αποφασίζει αν συμφωνία ή επιχείρηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 7·

(στ) να αποφασίζει, κατόπιν δέουσας έρευνας, αναφορικά με παραβάσεις των διατάξεων του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ και/ή του Άρθρου 102 ΣΛΕΕ, είτε κατόπιν καταγγελίας είτε αυτεπάγγελτα ή όπως άλλως ορίζει ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003·

(ζ) να αποφασίζει αν οι συμπράξεις που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 1 του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ δύναται να επιτραπούν και να κριθούν έγκυρες, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ ή δυνάμει ενωσιακής δευτερογενούς νομοθεσίας για την εφαρμογή της παραγράφου 3 του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ σε κατηγορία συμπράξεων·

(η) να επιβάλλει διοικητικά πρόστιμα και διοικητικές κυρώσεις, όπως ορίζεται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου και/ή στους δυνάμει αυτού εκδοθέντες Κανονισμούς·

(θ) να αποφασίζει για τη λήψη προσωρινών μέτρων στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 34·

(ι) να ανακαλεί το ευεργέτημα της εφαρμογής Κανονισμού απαλλαγής το οποίο εκδίδει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με συγκεκριμένη σύμπραξη, όταν η γεωγραφική αγορά είναι η κυπριακή αγορά, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 29 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003·

(ια) να εκδίδει ανακοινώσεις, συστάσεις και κατευθυντήριες γραμμές για ενημέρωση οποιουδήποτε ενδιαφερομένου σχετικά με θέματα της αρμοδιότητάς της και των ενώπιόν της διαδικασιών·

(ιβ) να εκδίδει ανακοινώσεις αναφορικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με τις οποίες να ενημερώνει όλα τα υποκείμενα των εν λόγω δεδομένων σχετικά με τις αρμοδιότητές της που περιλαμβάνουν τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τους

(ιγ) να παρέχει γνώμη σε θέματα της αρμοδιότητάς της προς φορέα του Δημοσίου:

Νοείται ότι, η παρεχόμενη γνώμη δεν δεσμεύει την Επιτροπή ως προς το περιεχόμενο μεταγενέστερης απόφασής της ούτε επηρεάζει την εγκυρότητα τέτοιας απόφασης·

(ιδ) να λαμβάνει απόφαση για ανάληψη δεσμεύσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30·

(ιε) να διεξάγει έρευνα σε συγκεκριμένο κλάδο της οικονομίας ή σε συγκεκριμένους τύπους συμφωνιών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31·

(ιστ) να καθορίζει, με απόφασή της, τα κριτήρια προτεραιότητας για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της αναφορικά με την εφαρμογή των άρθρων 3 και/ή 6 και του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ και/ή του Άρθρου 102 ΣΛΕΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 και να εξετάζει υποθέσεις κατά προτεραιότητα στη βάση των εν λόγω κριτηρίων·

(ιζ) οποιαδήποτε άλλη αρμοδιότητα της παρέχεται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού ή η εθνική και/ή ενωσιακή νομοθεσία.

Η Επιτροπή για κάθε παράβαση των άρθρων 3, και/ή 6 του Νόμου και των άρθρων 101 και/ή 102 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ε.Ε., έχει την εξουσία να λαμβάνει τα ακόλουθα μέτρα:

(α) Να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ανάλογα με τη σοβαρότητα και διάρκεια της παράβασης, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 47·

(β) να υποχρεώνει τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων όπως, εντός ταχθείσας προθεσμίας, τερματίσουν τη διαπιστωθείσα παράβαση και αποφύγουν επανάληψή της στο μέλλον:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που η παράβαση τερματισθεί πριν από την έκδοση της απόφασής της, η Επιτροπή δύναται να καταδικάσει τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων με αναγνωριστική απόφασή της∙

(γ) να επιβάλλει όρους και διορθωτικά μέτρα συμπεριφοράς ή μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα, αναλογικά προς τη διαπραχθείσα παράβαση, τα οποία είναι αναγκαία για τον αποτελεσματικό τερματισμό της εν λόγω παράβασης:

Νοείται ότι, κατά την επιλογή μεταξύ δύο (2) εξίσου αποτελεσματικών μέτρων, η Επιτροπή επιλέγει το ολιγότερο επαχθές για την επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων μέτρο, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας.

Σύμφωνα με το άρθρο 47, αν η Επιτροπή διαπιστώσει παράβαση των άρθρων 3 ή/και 6 του Νόμου και των άρθρων 101 ή/και 102 της ΣΛΕΕ, έχει την εξουσία να επιβάλει διοικητικά πρόστιμα ανερχόμενα ανάλογα με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης μέχρι 10% του κύκλου εργασιών της επιχείρησης, ή μέχρι το άθροισμα του 10% του κύκλου εργασιών κάθε επιχείρησης που είναι μέλος της παραβαίνουσας ένωσης επιχειρήσεων, ο οποίος κύκλος εργασιών πραγματοποιήθηκε κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος της απόφασης.

Επίσης, σε περίπτωση κατά την οποία οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων δεν συμμορφώνονται με την εκδοθείσα απόφαση της Επιτροπής για τερματισμό της παράβασης, αποφυγής επανάληψης στο μέλλον, ή την επιβολή όρων και μέτρων συμπεριφοράς ή/και διαρθρωτικού χαρακτήρα, η Επιτροπή δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο μέχρι πέντε τοις εκατόν (5%) του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος της απόφασης για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης.

Κυρώσεις προβλέπονται και για την παροχή ψευδών, ελλιπών, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών ή την άρνηση συνεργασίας σε επιχειρήσεις, ενώσεις επιχειρήσεων και φυσικά πρόσωπα.

Για σκοπούς επιβολής διοικητικών προστίμων, η έννοια της επιχείρησης εφαρμόζεται τόσο στις μητρικές εταιρείες, όσο και στους νόμιμους και/ή οικονομικούς διαδόχους των επιχειρήσεων. Σε περίπτωση που η παράβαση που διέπραξε η ένωση επιχειρήσεων συνδέεται με τις δραστηριότητες των μελών της, η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ανερχόμενο έως το άθροισμα του δέκα τοις εκατό (10%) του κύκλου εργασιών κάθε επιχείρησης που είναι μέλος της παραβαίνουσας ένωσης επιχειρήσεων και που δραστηριοποιείται στην αγορά που επηρεάζεται από την παράβαση.

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διατραπεζικών Προμηθειών για Πράξεις Πληρωμών με Κάρτες Νόμου αρ. 75(Ι)/2018, η Επιτροπή είναι η αρμόδια αρχή για τη διασφάλιση της εφαρμογής των Άρθρων 6, 8 , 9, 10(1) έως (3), 11 και 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751 σχετικά με τις διατραπεζικές προμήθειες για πράξεις πληρωμών με κάρτες.

Οι διατραπεζικές εφαρμόζονται συνήθως μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών αποδοχής κάρτας και των εκδοτών παρόχων υπηρεσιών πληρωμής με κάρτα που ανήκουν σε συγκεκριμένο σύστημα καρτών πληρωμής. Οι διατραπεζικές προμήθειες αποτελούν βασικό μέρος των προμηθειών που επιβάλλονται στους εμπόρους από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών αποδοχής κάρτας για κάθε πράξη πληρωμής με κάρτα. Οι έμποροι, με τη σειρά τους, ενσωματώνουν το εν λόγω κόστος σχετικά με την κάρτα, όπως και κάθε άλλο κόστος για αυτούς, στις γενικές τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των συστημάτων καρτών πληρωμής προκειμένου να πειστούν οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών να εκδίδουν τις κάρτες τους οδηγεί σε υψηλότερες και όχι σε χαμηλότερες διατραπεζικές προμήθειες στην αγορά, σε αντίθεση με τη συνήθη ρυθμιστική επίδραση του ανταγωνισμού στις τιμές σε μια οικονομία της αγοράς. Παράλληλα, με τη συνεπή εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στις διατραπεζικές προμήθειες, η ρύθμιση των εν λόγω προμηθειών θα βελτιώσει τη λειτουργία της αγοράς και θα συμβάλλει στη μείωση του κόστους συναλλαγών για τους καταναλωτές.

Ο εν λόγω Κανονισμός ρυθμίζει τα ανώτατα όρια των διατραπεζικών προμηθειών, αυξάνει τη διαφάνεια επί των προμηθειών, επιτρέποντας στους εμπόρους να γνωρίζουν το επίπεδο των προμηθειών που καταβάλλουν όταν δέχονται κάρτες και ενισχύει τον ανταγωνισμό παρέχοντας στους καταναλωτές περισσότερες και καλύτερες επιλογές μεταξύ διαφορετικών τύπων καρτών πληρωμών και παρόχων υπηρεσιών.

Ο Κανονισμός είναι τμήμα μιας δέσμης μέτρων που στοχεύει στην προώθηση της ψηφιακής ενιαίας αγοράς, καθιστώντας τις πληρωμές ασφαλέστερες και φθηνότερες και ανοίγει τον δρόμο για καινοτόμες τεχνολογίες πληρωμών.

Τα άρθρα για τα οποία η Επιτροπή είναι αρμόδια αρχή αφορούν:

    · Άρθρο 6 - αδειοδότηση και απαγόρευση εδαφικού περιορισμού,
    · Άρθρο 8 - κάρτες πληρωμών με περισσότερα του ενός εμπορικά σήματα και επιλογή εμπορικού σήματος ή πληρωμής ή εφαρμογής πληρωμών,
    · Άρθρο 9 – μη μείξη (διαχωρισμός πληροφοριών σχετικά με το ύψος των επιβαρύνσεων των εμπόρων),
    · Άρθρο 10(1) εως (3) – κανόνας υποχρεωτικής αποδοχής όλων των καρτών,
    · Άρθρο 11 - κανόνες καθοδήγησης, και
    · Άρθρο 12 - ενημέρωση του δικαιούχου πληρωμής σχετικά με μεμονωμένες πράξεις πληρωμής με κάρτα.

Cartel Hotline

Αποφάσεις Επιτροπής

Κριτήρια Προτεραιότητας

Προστασία Προσωπικών Δεδομένων

Σχέδιο Δημοσίευσης-Ν.184(Ι)/2017

Δημόσια Διαβούλευση

Πρόγραμμα Αμισθί Πρακτικής Εκπαίδευσης

Δημόσιες Συμβάσεις

Καν' το Ηλεκτρονικά

Ενημέρωσέ με

Προγράμματα Κατάρτισης Κέντρου Παραγωγικότητας

Περί Κϋπρου