Έμβλημα Κυπριακής Δημοκρατίας

Αποστολή

Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού (στο εξής «ΕΠΑ») έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα για τη διατήρηση του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού σε όλους τους τομείς δράσης της οικονομίας, με σκοπό την οικονομική ανάπτυξη και πρόοδο, αλλά και την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών.

Ειδικότερα, οι περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμοι του 2008 και 2014 σε συνάρτηση με τον περί Ελέγχου των Συγκεντρώσεων Επιχειρήσεων Νόμο αρ. 83(Ι)2014, θέτουν το πλαίσιο των κανόνων και αρχών που στόχο έχουν την εξασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού εντός της κυπριακής αγοράς. Επίσης, επιφορτίζουν την ΕΠΑ με την υποχρέωση εκπλήρωσης του στόχου αυτού, που δημιουργεί τις συνθήκες και προϋποθέσεις ώστε να προσφέρονται στον καταναλωτή αγαθά και υπηρεσίες σε καλύτερες τιμές, καλύτερη ποιότητα και εξυπηρέτηση. Ταυτόχρονα, επιτυγχάνεται η αύξηση της αποτελεσματικότητας, της παραγωγικότητας και των επενδύσεων των επιχειρήσεων καθώς και η δημιουργία ενός κλίματος ευνοϊκού προς την έρευνα, την καινοτομία, την τεχνολογική πρόοδο και την ανάπτυξη της οικονομίας και της κοινωνικής ευημερίας εν γένει.

Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού συστάθηκε το 1990 με τη θέσπιση του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου αρ. 207(Ι)/89. Ο εν λόγω νόμος καταργήθηκε με την εφαρμογή του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2008 (Νόμος αριθμός 13(Ι)/2008), ο οποίος ακολούθως τροποποιήθηκε με τον Νόμο αρ. 41(Ι)/2014.

Οι περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμοι του 2008 και 2014, μεταξύ άλλων, καθορίζουν την Επιτροπή ως την αρμόδια αρχή ανταγωνισμού της Δημοκρατίας, στην οποία το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού και ιδιαίτερα ο Κανονισμός (ΕΕ) αρ. 1/2003, αναθέτει την αρμοδιότητα να εφαρμόζει τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ε.Ε. σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Η Επιτροπή δυνάμει των διατάξεων του Νόμου, έχει την αρμοδιότητα:

(α) να διερευνά και να αποφασίζει αναφορικά με παραβάσεις των άρθρων 3 ή/και 6 του Νόμου και των Άρθρων 101 ΣΛΕΕ ή/και 102 ΣΛΕΕ, είτε κατόπιν καταγγελίας είτε αυτεπάγγελτα ή όπως άλλως ορίζει ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1/2003,

(β) να αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του Νόμου ώστε μια συμφωνία, απόφαση και εναρμονισμένη πρακτική η οποία εμπίπτει στο άρθρο 3(1) είναι έγκυρη,

(γ) να αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 101(3) της Συνθήκης Λειτουργίας της Ε.Ε, ώστε μια συμφωνία, απόφαση και/ή εναρμονισμένη πρακτική που εμπίπτει στο άρθρο 101(1) είναι έγκυρη,

(δ) να αποφασίζει αν σύμπραξη αναφορικά με την οποία γίνεται επίκληση Διατάγματος, δυνάμει του άρθρου 5(1) του Νόμου, εμπίπτει στην κατηγορία συμπράξεων στην οποία αναφέρεται το εν λόγω Διάταγμα, και συνεπώς δεν εφαρμόζεται το άρθρο 3 του Νόμου,

(ε) να αποφασίζει αν σύμπραξη αναφορικά με την οποία γίνεται επίκληση Ευρωπαϊκού Κανονισμού, δυνάμει του άρθρου 5(2) του Νόμου εμπίπτει στην κατηγορία συμπράξεων την οποία ρυθμίζει ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός,

(στ) να αποφασίζει για τη λήψη προσωρινών μέτρων, κατόπιν αίτησης ή αυτεπαγγέλτως, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 28 του Νόμου,

(ζ) να λαμβάνει απόφαση για την ανάληψη δεσμεύσεων από μέρους των επιχειρήσεων και/ή ενώσεων επιχειρήσεων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 25,

(η) να διεξάγει έρευνες σε συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας ή σε συγκεκριμένους τύπους συμφωνιών κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 32Α,

(θ) να καθορίζει, με απόφασή της, τα κριτήρια εξέτασης υποθέσεων κατά προτεραιότητα, για παραβάσεις των άρθρων 3 και/ή 6 και/ή των Άρθρων 101 ΣΛΕΕ και/ή 102 ΣΛΕΕ κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 23Α και να εξετάζει υποθέσεις κατά προτεραιότητα στη βάση των εν λόγω κριτηρίων. Τα εν λόγω κριτήρια λαμβάνουν ιδίως υπόψη το δημόσιο συμφέρον, τις πιθανές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό και/ή στους καταναλωτές και τις προθεσμίες παραγραφής, ως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 41,

(ι) να εκδίδει ανακοινώσεις για ενημέρωση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου σχετικά με θέματα της αρμοδιότητας της,

(ια) να παρέχει γνώμη σε θέματα της αρμοδιότητάς της προς φορέα του Δημοσίου, χωρίς αυτό να τη δεσμεύει ως προς το περιεχόμενο μεταγενέστερης απόφασής της.

Η Επιτροπή για κάθε παράβαση των άρθρων 3, και/ή 6 του Νόμου και των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ε.Ε., έχει την εξουσία να λαμβάνει τα ακόλουθα μέτρα:

(α) να επιβάλλει διοικητικά πρόστιμα ανερχόμενα ανάλογα με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης μέχρι 10% του κύκλου εργασιών της επιχείρησης, ή μέχρι το άθροισμα του 10% του κύκλου εργασιών κάθε επιχείρησης που είναι μέλος της παραβαίνουσας ένωσης επιχειρήσεων, ο οποίος κύκλος εργασιών πραγματοποιήθηκε κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος,

(β) να υποχρεώνει τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων όπως εντός ταχθείσας προθεσμίας τερματίσουν τη διαπιστωθείσα παράβαση και αποφύγουν επανάληψη στο μέλλον. Σε περίπτωση που η παράβαση τερματιστεί πριν την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής, η Επιτροπή δύναται να καταδικάσει με αναγνωριστική απόφασή της την παράβαση,

(γ) να επιβάλλει όρους και μέτρα συμπεριφοράς και/ή διαρθρωτικού χαρακτήρα, ανάλογα με τη διαπραχθείσα παράβαση, τα οποία είναι αναγκαία για την παύση της εν λόγω παράβασης,

(δ) σε περίπτωση κατά την οποία οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων δεν συμμορφώνονται με την εκδοθείσα δυνάμει των παραγράφων (β) και (γ) απόφαση της Επιτροπής, η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο μέχρι πέντε τοις εκατόν (5%) του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης.

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διατραπεζικών Προμηθειών για Πράξεις Πληρωμών με Κάρτες Νόμου αρ. 75(Ι)/2018, η Επιτροπή είναι η αρμόδια αρχή για τη διασφάλιση της εφαρμογής των Άρθρων 6, 8 , 9, 10(1) έως (3), 11 και 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751 σχετικά με τις διατραπεζικές προμήθειες για πράξεις πληρωμών με κάρτες.

Οι διατραπεζικές εφαρμόζονται συνήθως μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών αποδοχής κάρτας και των εκδοτών παρόχων υπηρεσιών πληρωμής με κάρτα που ανήκουν σε συγκεκριμένο σύστημα καρτών πληρωμής. Οι διατραπεζικές προμήθειες αποτελούν βασικό μέρος των προμηθειών που επιβάλλονται στους εμπόρους από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών αποδοχής κάρτας για κάθε πράξη πληρωμής με κάρτα. Οι έμποροι, με τη σειρά τους, ενσωματώνουν το εν λόγω κόστος σχετικά με την κάρτα, όπως και κάθε άλλο κόστος για αυτούς, στις γενικές τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των συστημάτων καρτών πληρωμής προκειμένου να πειστούν οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών να εκδίδουν τις κάρτες τους οδηγεί σε υψηλότερες και όχι σε χαμηλότερες διατραπεζικές προμήθειες στην αγορά, σε αντίθεση με τη συνήθη ρυθμιστική επίδραση του ανταγωνισμού στις τιμές σε μια οικονομία της αγοράς. Παράλληλα, με τη συνεπή εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στις διατραπεζικές προμήθειες, η ρύθμιση των εν λόγω προμηθειών θα βελτιώσει τη λειτουργία της αγοράς και θα συμβάλλει στη μείωση του κόστους συναλλαγών για τους καταναλωτές.

Ο εν λόγω Κανονισμός ρυθμίζει τα ανώτατα όρια των διατραπεζικών προμηθειών, αυξάνει τη διαφάνεια επί των προμηθειών, επιτρέποντας στους εμπόρους να γνωρίζουν το επίπεδο των προμηθειών που καταβάλλουν όταν δέχονται κάρτες και ενισχύει τον ανταγωνισμό παρέχοντας στους καταναλωτές περισσότερες και καλύτερες επιλογές μεταξύ διαφορετικών τύπων καρτών πληρωμών και παρόχων υπηρεσιών.

Ο Κανονισμός είναι τμήμα μιας δέσμης μέτρων που στοχεύει στην προώθηση της ψηφιακής ενιαίας αγοράς, καθιστώντας τις πληρωμές ασφαλέστερες και φθηνότερες και ανοίγει τον δρόμο για καινοτόμες τεχνολογίες πληρωμών.

Τα άρθρα για τα οποία η Επιτροπή είναι αρμόδια αρχή αφορούν:

    · Άρθρο 6 - αδειοδότηση και απαγόρευση εδαφικού περιορισμού,
    · Άρθρο 8 - κάρτες πληρωμών με περισσότερα του ενός εμπορικά σήματα και επιλογή εμπορικού σήματος ή πληρωμής ή εφαρμογής πληρωμών,
    · Άρθρο 9 – μη μείξη (διαχωρισμός πληροφοριών σχετικά με το ύψος των επιβαρύνσεων των εμπόρων),
    · Άρθρο 10(1) εως (3) – κανόνας υποχρεωτικής αποδοχής όλων των καρτών,
    · Άρθρο 11 - κανόνες καθοδήγησης, και
    · Άρθρο 12 - ενημέρωση του δικαιούχου πληρωμής σχετικά με μεμονωμένες πράξεις πληρωμής με κάρτα.

Cartel Hotline

Αποφάσεις Επιτροπής

Κριτήρια Προτεραιότητας

Δημόσια Διαβούλευση

Πρόγραμμα Αμισθί Πρακτικής Εκπαίδευσης

Δημόσιες Συμβάσεις

Καν' το Ηλεκτρονικά

Ενημέρωσέ με

Προγράμματα Κατάρτισης Κέντρου Παραγωγικότητας

Περί Κϋπρου


Προστασία Προσωπικών Δεδομένων