Έμβλημα Κυπριακής Δημοκρατίας

Νέα


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (Δευτεροβάθμια Δικαιοδοσία) με απόφασή του στην Έφεση αρ. 92/2018 ημερομηνίας 02/04/2024, απέρριψε την έφεση του Συνδέσμου Ταξιδιωτικών Πρακτόρων Κύπρου
15/04/2024


Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού (εφεξής η «Επιτροπή») ανακοινώνει ότι, στις 02/04/2024 το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (Δευτεροβάθμια Δικαιοδοσία) εξέδωσε απόφαση στην Έφεση αρ. 92/2018 με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του Συνδέσμου Ταξιδιωτικών Πρακτόρων Κύπρου.

Η Επιτροπή, με την απόφασή της αρ. 73/2013, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η Επιτροπή ομόφωνα αποφασίζει ότι η υπό αναφορά καταγγελία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και να εξεταστεί, καθώς οι υπάρχουσες πληροφορίες δεν είναι ικανοποιητικές ώστε να της επιτρέπουν να προβεί στην εξέτασή της, σύμφωνα με το άρθρο 35 του Νόμου και το σχετικό Παράρτημά του».

Κατά της παραπάνω απόφασης καταχωρίστηκε προσφυγή δια της οποίας οι εφεσείοντες έθεσαν ζήτημα ανεπαρκούς έρευνας ισχυριζόμενοι ότι η Επιτροπή παρέλειψε να αξιολογήσει ορθά όλα τα σχετικά έγγραφα και γενικότερα να ερευνήσει δεόντως όλες τις πτυχές της καταγγελίας η οποία ήταν λεπτομερής και παρέθετε όλα τα γεγονότα από τα οποία προέκυπτε παράβαση των Άρθρων 3 και 6. Υποστήριξαν πως επρόκειτο περί ανεπαρκώς αιτιολογημένης απόφασης η οποία παραβίαζε την αρχή της ισότητας.

Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ως ακολούθως στη σελ.24 της απόφασης:

«Έχοντας εξετάσει προσεκτικά το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων, κρίνω ότι η κατάληξη της Επιτροπής, ήτοι να μην αποδεχτεί και να μην εξετάσει την καταγγελία του Συνδέσμου, είναι εύλογη, εφόσον πράγματι από την εν λόγω καταγγελία, όπως αυτή απεστάλη στην Επιτροπή δια της επιστολής του αιτητή ημερομηνίας 28.11.2012, δεν προκύπτει να έχει γίνει η υπό των πιο πάνω διατάξεων του Νόμου απαιτούμενη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης στα άρθρα 3 και 6 του Νόμου, ούτε βεβαίως στα άρθρα 81 και 82 ΕΚ, τα οποία ούτως ή άλλως ο καταγγέλων δεν αναπτύσσει στην καταγγελία του. Η απλή παράθεση των διατάξεων των εν λόγω άρθρων 3 και 6 του Νόμου, καθώς και τα όσα αναφέρονται στη συνέχεια της εν λόγω καταγγελίας (σελ. 7-9), κάτω από την παράγραφο (4)(i), δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του Νόμου, εφόσον όχι μόνο λεπτομερώς, αλλ' ούτε στοιχειωδώς δεν καταδεικνύουν και/ή στοιχειοθετούν τα γεγονότα, τα οποία συνιστούν την κατ' ισχυρισμό παράβαση των εν λόγω άρθρων. Πρόκειται για γενικούς ισχυρισμούς, χωρίς την απαιτούμενη σαφήνεια, συγκεκριμενοποίηση και εξειδίκευση, με αποτέλεσμα να καθίσταται και ανέφικτη και η υπό του Δικαστηρίου διενέργεια του ελέγχου της βασιμότητας των εν λόγω ισχυρισμών περί παράβασης των υπό αναφορά διατάξεων. Όπως ορθά παρατηρεί και η συνήγορος της καθ' ης η αίτηση στη γραπτή αγόρευσή της, δεν υπήρξε καμία ουσιαστική διασύνδεση των ισχυρισμών του αιτητή με τις εν λόγω διατάξεις του Νόμου. Σημειώνω ενδεικτικά τη θέση του αιτητή, στην παράγραφο 6 (σελίδα 9) της καταγγελίας του, σύμφωνα με την οποία «Η διοργάνωση αυτή των Συνεδρίων από τα πιο πάνω [ενν. κυβερνητικές υπηρεσίες, Υπουργεία και Τμήματα Υπουργείων, καθώς και ημικρατικούς οργανισμούς] εκτός από το Σύνδεσμο των Ταξιδιωτικών Πρακτόρων, όπως προνοεί και ο Νόμος, δημιουργεί καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, με συνέπεια ο ACTA [ο Σύνδεσμος] και τα μέλη του να τίθενται σε μειονεκτική στον ανταγωνισμό θέση». Ωστόσο, πουθενά στην καταγγελία δεν έχω εντοπίσει εκείνα τα γεγονότα που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν έναν τέτοιο ισχυρισμό, αναφορικά δηλαδή με συγκεκριμένη επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση, την οποία μάλιστα καταχράται. Χαρακτηριστική επίσης είναι η θέση του αιτητή, στη σελίδα 7 της καταγγελίας του, σύμφωνα με την οποία τα γεγονότα στα οποία διαφαίνεται η παράβαση των άρθρων 3 και 6 του Νόμου «είναι ότι σύμφωνα με το Νόμο 41(Ι)/95, Ταξιδιωτικό γραφείο είναι οργανωμένο Γραφείο το οποίο με τα μέσα που διαθέτει και τις υπηρεσίες που προσφέρει αναλαμβάνει κατ' επάγγελμα και έναντι αμοιβής, μεταξύ άλλων, και την οργάνωση κάθε είδους ταξιδιών, συνεδρίων και περιηγήσεων στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό». Και πάλι, δεν γίνεται παράθεση συγκεκριμένων γεγονότων που θα μπορούσαν κατά τρόπο σαφή να υπαχθούν στα άρθρα 3 και 6 του Νόμου και να στοιχειοθετήσουν την ισχυριζόμενη παράβαση των εν λόγω άρθρων, με αποτέλεσμα να μην πληρούνται οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 35 και του Παραρτήματος του Νόμου.

Περαιτέρω, δεν έχει παραθέσει ο αιτητής τις απαραίτητες λεπτομέρειες και/ή τα απαιτούμενα γεγονότα προκειμένου να καταδείξει πως εμπλέκεται έκαστος καταγγελλόμενος ξεχωριστά στις επικαλούμενες παραβάσεις, με αποτέλεσμα και γι' αυτό το λόγο η καταγγελία του να στερείται του αναγκαίου υποβάθρου.

Επιπρόσθετα, διαπιστώνω ότι πράγματι ο καταγγέλλων δεν έχει τεκμηριώσει λεπτομερώς και, εν πάση περιπτώσει, με επαρκή στοιχεία και γεγονότα τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι έχει επηρεαστεί και/ή ενδεχομένως να επηρεαστεί από τις κατ' ισχυρισμό παραβάσεις των προαναφερθέντων άρθρων, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται και το υπό του Νόμου απαιτούμενο συμφέρον του να προβεί στην υπό εξέταση καταγγελία.

Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης δεν ευσταθεί και, συνακόλουθα, απορρίπτεται.

Υπό το φως δε των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν έχουν έρεισμα και θα πρέπει να απορριφθούν και οι ισχυρισμοί περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας και πλάνης της Διοίκησης κατά τη λήψη της απόφασής της. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Για τους ίδιους δε λόγους κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται και οι ισχυρισμοί του αιτητή περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό ότι η Επιτροπή επεσήμανε κατ' επανάληψη της ελλείψεις που παρατηρούνταν στην καταγγελία του αιτητή δίδοντας δε αυτόν το δικαίωμα να παράσχει τις απαιτούμενες πληροφορίες, χωρίς ωστόσο ο Σύνδεσμος να το έχει πράξει.

Τέλος, ως αβάσιμος θα πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός περί αναιτιολόγητης και/ή μη επαρκώς αιτιολογημένης απόφασης. Εξετάζοντας την επίδικη απόφαση, διαπιστώνω ότι πρόκειται για μια καθόλα τεκμηριωμένη και δεόντως αιτιολογημένη απόφαση, δυνάμενη να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, ως η ημεδαπή νομολογία πάγια και διαχρονικά απαιτεί (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 720). Στην εν λόγω απόφαση παρατίθεται λεπτομερώς το σκεπτικό και οι λόγοι που οδήγησαν τη Διοίκηση στη λήψη αυτής, δύναται δε η απόφαση αυτή να συμπληρωθεί και όντως συμπληρώνεται από τα στοιχεία του οικείου διοικητικού φακέλου.»

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σημείωσε ότι έχει παραθέσει εκτεταμένα αποσπάσματα τόσο από την διοικητική διαδικασία, όσο και από τη δικαστική απόφαση για να καταδείξει την έκταση που έλαβε η διερεύνηση της Επιτροπής και η επίμονη προσπάθεια της να στοιχειοθετήσουν οι εφεσείοντες υπόθεση προς εξέταση υπό την έννοια του Άρθρου 35.

Το Δικαστήριο απέρριψε την έφεση καταλήγοντας ότι τούτων δοθέντων δεν έχει να προσθέσει οτιδήποτε στην πρωτόδικη απόφαση και σημείωσε ότι η Επιτροπή ως αρμόδιο όργανο κινήθηκε εντός της διακριτικής της ευχέρειας και των αρμοδιοτήτων που της παρείχαν τα Άρθρα 23(2)(α) και (στ) και 35 του Νόμου, δίδοντας πλήρη αιτιολογία.

Η σχετική Απόφαση υπ’ αριθμόν 92/2018 του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου (Δευτεροβάθμια Δικαιοδοσία) μπορεί να ανευρεθεί στην ιστοσελίδα της Επιτροπής.


Σχετικές αποφάσεις:

Η απόφαση υπ’ αριθμόν 417/2014 του Διοικητικού Δικαστηρίου



ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
15/04/2024







  Twitter Icon  Facebook Icon

Cartel Hotline

Αποφάσεις Επιτροπής

whistleblowers

Κριτήρια Προτεραιότητας

Προστασία Προσωπικών Δεδομένων

Σχέδιο Δημοσίευσης-Ν.184(Ι)/2017

Δημόσια Διαβούλευση

Πρόγραμμα Αμισθί Πρακτικής Εκπαίδευσης

Δημόσιες Συμβάσεις

Καν' το Ηλεκτρονικά

Ενημέρωσέ με

Προγράμματα Κατάρτισης Κέντρου Παραγωγικότητας

Περί Κϋπρου